Αρχική σελίδα » Εξετάσεις / Νοσήματα » Προεμφυτευτική Γενετική Διάγνωση

 Εισαγωγή

H Προεμφυτευτική Γενετική Διάγνωση (ΠΓΔ) προσφέρει τη δυνατότητα γενετικής διάγνωσης και μεταφοράς στη μήτρα μόνο των υγιών από τα έμβρυα που προέκυψαν από εξωσωματική γονιμοποίηση (in vitro fertilization “IVF”). H όλη διαδικασία είναι σήμερα εφικτή λόγω της εξέλιξης τριών διαφορετικών τομέων της βιοτεχνολογίας: την εξωσωματική γονιμοποίηση, την εμβρυολογία και τη γενετική διάγνωση. Η πρώτη εφαρμογή ΠΓΔ στην κλινική πράξη έγινε το 1990 από την ομάδα του Handyside, στο νοσοκομείο του Hammersmith στο Λονδίνο, για την επιλογή φύλου σε δύο ζευγάρια που αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο να μεταβιβάσουν στους απογόνους τους φυλοσύνδετο νόσημα. Δύο χρόνια αργότερα η ίδια ομάδα για πρώτη φορά εφάρμοσε ΠΓΔ για υπολειπόμενη αυτοσωματική νόσο και συγκεκριμένα για Κυστική Ίνωση.

Προϋποθέσεις για την εφαρμογή ΠΓΔ είναι να αντιμετωπίζει το ζευγάρι τον κίνδυνο μεταβίβασης κάποιου γενετικού νοσήματος ή συγκεκριμένης χρωμοσωμικής διαταραχής στο έμβρυο και παράλληλα: α) να είναι υποχρεωμένο να καταφύγει σε μεθόδους υποβοηθούμενης αναπαραγωγής λόγω υπογονιμότητας ή β) να έχει ιστορικό πολλαπλών διακοπών κυήσεων μετά από προγεννητική διάγνωση με παθολογικό αποτέλεσμα ή γ) να πάσχει η σύζυγος από κάποιο χρόνιο νόσημα με κίνδυνο επιβάρυνσης της γενικής της κατάστασης από διακοπή μιας κύησης (π.χ. μεσογειακή αναιμία), ή δ) να προβάλλονται ηθικοί-θρησκευτικοί ενδοιασμοί για διακοπή κύησης, όταν κατά τον προγεννητικό έλεγχο αποκαλύπτεται παθολογικό έμβρυο.

Η ΠΓΔ εφαρμόζεται σήμερα τόσο για την αποφυγή χρωμοσωμικών ανωμαλιών (ανευπλοειδίες, χρωμοσωμικές μεταθέσεις, ελλείμματα, αναστροφές) όσο και μονογονιδιακών νοσημάτων (φυλοσύνδετα, αυτοσωματικά υπολειπόμενα, αυτοσωματικά επικρατητικά, μιτοχονδριακά).


Υποβοηθούμενη αναπαραγωγή και πηγές εμβρυϊκού γενετικού υλικού στην ΠΓΔ

Tο στάδιο της εξωσωματικής γονιμοποίησης καθώς και η εμβρυομεταφορά γίνονται σε εξειδικευμένο κέντρο υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Για την εφαρμογή ΠΓΔ απαιτούνται όλα τα στάδια της εξωσωματικής γονιμοποίησης που περιλαμβάνουν: διέγερση των ωοθηκών, γονιμοποίηση των ωαρίων με ενδοκυτταρική έγχυση σπερματοζωαρίου (Intra Cytoplasmic Sperm Injection-ICSI) διαδικασία απαραίτητη στις περιπτώσεις ΠΓΔ μονογονιδιακών νοσημάτων και καλλιέργεια των εμβρύων. Πριν το επόμενο στάδιο που είναι η εμβρυομεταφορά διενεργείται βιοψία των εμβρύων ώστε να εξασφαλιστεί γενετικό υλικό στο οποίο θα γίνει η γενετική διάγνωση.

Υπάρχουν τρία είδη κυττάρων τα οποία μπορούν να επιλεγούν για γενετική διάγνωση στην ΠΓΔ: πολικό σωμάτιο, βλαστομερίδιο ή κύτταρα από την εξωτερική στοιβάδα βλαστοκύστης. Σε κάθε περίπτωση απαιτείται διάνοιξη της διαφανούς ζώνης (zona pellucida) που επιτυγχάνεται συνήθως είτε με χημική επεξεργασία (με Acid Tyrode’s) είτε με χρησιμοποίηση Laser. Η κάθε μια από τις τρεις επιλογές κυττάρων που αναφέρθηκαν, έχει πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα.
Α) Βιοψία των πολικών σωματίων (polar body biopsy).
Η βιοψία του πρώτου και δευτέρου πολικού σωματίου γίνεται την ημέρα της ωοληψίας. Τα πολικά σωμάτια δημιουργούνται αμέσως μετά τη γονιμοποίηση, μετά την πρώτη και δεύτερη μειωτική διαίρεση του ωαρίου και η γενετική διάγνωση αποσκοπεί στην επιλογή υγιών ωαρίων.

Στις περιπτώσεις που η υποψήφια μητέρα φέρει αυτοσωματικό επικρατητικό νόσημα, η βιοψία των πολικών σωματίων επιτρέπει την επιλογή των φυσιολογικών ωαρίων για γονιμοποίηση, εξασφαλίζοντας φυσιολογικά έμβρυα. Στην περίπτωση όμως των φυλοσύνδετων ή αυτοσωματικών υπολειπόμενων νοσημάτων, η απόρριψη ενός παθολογικού ωαρίου που φέρει τη μετάλλαξη στερεί τη δυνατότητα να γονιμοποιηθεί με ένα φυσιολογικό πατρικό γαμετικό κύτταρο και να δημιουργηθεί ένας φυσιολογικός οργανισμός.

Η βιοψία πολικού σωματίου είναι προτιμότερη αφού γίνεται σε κύτταρα που απορρίπτονται κατά την ανάπτυξη του εμβρύου. Για το λόγο αυτό αποτελεί τη μοναδική ηθικά αποδεκτή λύση για την εφαρμογή ΠΓΔ στα κράτη εκείνα όπου ο έλεγχος στα έμβρυα δεν είναι επιτρεπτός, όπως για παράδειγμα, στη Γερμανία και στην Ιταλία. Μειονεκτεί όμως διότι η διαδικασία απομόνωσης των πολικών σωματίων είναι δύσκολη, η γενετική διάγνωση των ωαρίων είναι έμμεση, ο γονότυπος του πατρικού γαμετικού κυττάρου παραμένει άγνωστος, ενώ οποιεσδήποτε ανωμαλίες που μπορεί να προκύψουν μετά τη γονιμοποίηση, δεν είναι δυνατό να εντοπιστούν.

Β) Bιοψία βλαστομεριδίων (cleavage stage embryo biopsy)
H βιοψία βλαστομεριδίων γίνεται την τρίτη μέρα μετά τη γονιμοποίηση, όταν το έμβρυο βρίσκεται στη φάση των 6-8 κυττάρων. Το βλαστομερίδιο είναι μη διαφοροποιημένο εμβρυϊκό κύτταρο που απομονώνεται σχετικά εύκολα καθώς σε αυτό το στάδιο ανάπτυξης τα κύτταρα δεν έχουν αναπτύξει ακόμα τους ισχυρούς δεσμούς που δημιουργούνται στο μορίδιο. Με τη μέθοδο αυτή υπάρχει αρκετός χρόνος για να ολοκληρωθεί η διάγνωση μέχρι την εμβρυομεταφορά, που πραγματοποιείται την τέταρτη ή πέμπτη ημέρα και σπανιότερα την έκτη μέρα της ανάπτυξης του εμβρύου.

Τα βλαστομερίδια αποτελούν την προτιμώμενη πηγή εμβρυικού γενετικού υλικού από τα περισσότερα κέντρα που προσφέρουν ΠΓΔ. Παρ όλα αυτά υπάρχει προβληματισμός για τον προτιμώμενο αριθμό των βλαστομεριδίων (ένα ή δύο) που πρέπει να ληφθούν. Πολλοί ερευνητές έχουν μελετήσει τις πιθανές επιπτώσεις της αφαίρεσης ενός, σε σύγκριση με την αφαίρεση περισσότερων κυττάρων κατά τη διάρκεια της βιοψίας, αξιολογώντας την περαιτέρω ανάπτυξη του εμβρύου, την πιθανότητα εμφύτευσης, το ποσοστό των εμβρύων που διαγιγνώσκονται καθώς και την πιθανότητα σφάλματος στη διάγνωση. Στην πράξη, καθώς δεν υπάρχει επίσημη επιστημονική θέση, το κάθε κέντρο υποβοηθούμενης αναπαραγωγής λειτουργεί με βάση τη δική του εκτίμηση στο θέμα αυτό.

Γ) Βιοψία κυττάρων από βλαστοκύστη (blastocyst stage biopsy)
Η βιοψία κυττάρων από βλαστοκύστη γίνεται την πέμπτη ή έκτη ημέρα μετά τη γονιμοποίηση και αφορά τη λήψη κυττάρων από την εξωτερική κυτταρική μάζα της βλαστοκύστης, η οποία στη συνέχεια θα εξελιχθεί στις χορειακές λάχνες του εμβρύου (trophectoderm layer). Πρόκειται για μια διαδικασία που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως πολύ πρώιμη λήψη τροφοβλάστης. Προσφέρει το πλεονέκτημα ότι επιτρέπει τη βιοψία περισσότερων κυττάρων για γενετική ανάλυση (10-20 κύτταρα), διευκολύνοντας τη διάγνωση. Η λήψη περισσότερων κυττάρων εξασφαλίζει αντιπροσωπευτικότερη εικόνα του εμβρύου στα κύτταρα που αναλύονται περιορίζοντας τον κίνδυνο σφάλματος λόγω μωσαϊκισμού (συναντάται σε συχνότητα ~50% στα έμβρυα στο προεμφυτευτικό στάδιο της ανάπτυξης). Επί πλέον οι βλαστοκύστεις που έχουν υποστεί βιοψία έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες εμφύτευσης σε σχέση με τα έμβρυα τρίτης ημέρας. Παρ όλα αυτά υπάρχουν και μειονεκτήματα όπως: η δυσκολία της βιοψίας σε αυτό το στάδιο της ανάπτυξης του εμβρύου, ο μικρότερος αριθμός των διαθέσιμων εμβρύων (λιγότερα από το 50% φτάνουν σε αυτό το στάδιο ανάπτυξης) και ο περιορισμένος διαθέσιμος χρόνος για τη γενετική διάγνωση. Τελευταία επίσης μεγάλος προβληματισμός υπάρχει για την παράταση της καλλιέργειας των εμβρύων και την επίπτωση των καλλιεργητικών μέσων στην αύξηση της συχνότητας των νοσημάτων που οφείλονται στη γονιδιακή αποτύπωση (imprinting).


Γενετική ανάλυση στην ΠΓΔ 

H γενετική ανάλυση πρέπει να εξασφαλίσει αξιόπιστη διάγνωση σε ελάχιστη ποσότητα DNA και σε περιορισμένο χρονικό διάστημα (έως και ένα εικοσιτετράωρο), ώστε η εμβρυομεταφορά να γίνει έγκαιρα, χωρίς να υπάρχουν επιπτώσεις στην ποιότητα και βιωσιμότητα του εμβρύου από παρατεταμένη εξωμήτρια παραμονή. Διαφορετικές μεθοδολογίες χρησιμοποιούνται στην ΠΓΔ για χρωμοσωμικές ανωμαλίες σε σχέση με αυτές για τα μονογονιδιακά νοσήματα.

1. Εφαρμογή ΠΓΔ για Χρωμοσωμικές Ανωμαλίες
Η βασική μέθοδος που εφαρμόζεται για ΠΓΔ χρωμοσωμικών ανωμαλιών από τα περισσότερα κέντρα παγκοσμίως είναι ο φθορίζων «in situ» υβριδισμός (Fluorecsence In Situ Hybridization, FISH). Πρόκειται για στοχευμένο έλεγχο συγκεκριμένων χρωμοσωμάτων σε μεσοφασικούς πυρήνες εμβρυϊκών κυττάρων. Τα κύτταρα μονιμοποιούνται σε αντικειμενοφόρες πλάκες και τα χρωμοσώματα ανιχνεύονται με υβριδοποίηση με ανιχνευτές σημασμένους με φθορίζουσες χρωστικές, οι οποίοι είναι συμπληρωματικοί με περιοχές των χρωμοσωμάτων που ελέγχονται κάθε φορά.

Η μέθοδος αρχικά εφαρμόστηκε κυρίως για την αποφυγή χρωμοσωμικών ανωμαλιών που υπάρχουν στην οικογένεια, όπως αμοιβαίες μεταθέσεις (reciprocal translocations), ή μεταθέσεις ακροκεντρικών χρωμοσωμάτων 13, 14, 15, 21 και 22 (Robertsonian translocations).

Τα πρωτόκολλα που εφαρμόζονται για ΠΓΔ με FISH για την αποφυγή γενετικών διαταραχών που οφείλονται στην ύπαρξη αμοιβαίων χρωμοσωμικών μεταθέσεων εξατομικεύονται για κάθε περιστατικό. Αναλυτικότερα, σχεδιάζονται χρωμοσωμικοί ανιχνευτές συμπληρωματικοί των περιοχών των χρωμοσωμάτων, που προβλέπεται (από την μετάθεση που φέρει ο υποψήφιος γονέας) να εμφανίσουν διπλασιασμό ή έλλειμμα στα έμβρυα, ώστε να επιλέγονται έμβρυα με ισοζυγισμένο γενετικό υλικό. Στην περίπτωση μεταθέσεων ακροκεντρικών χρωμοσωμάτων η διαδικασία είναι απλούστερη, αφού για την κλινική εφαρμογή της ΠΓΔ δεν απαιτείται παρά η χρήση των κοινών ανιχνευτών που χρησιμοποιούνται για τα συγκεκριμένα χρωμοσώματα.

Άλλη εφαρμογή της μεθόδου FISH σε συνδυασμό με ΠΓΔ είναι για την εντόπιση αριθμητικών χρωμοσωμικών ανωμαλιών (ανευπλοειδίες). Η υψηλή συχνότητα ανευπλοειδιών σε ανθρώπινα ωάρια, κυρίως γυναικών μεγαλύτερων των 40 ετών, καθώς και σε έμβρυα που βρίσκονται στα πρώτα στάδια της ανάπτυξης (μεγαλύτερο του 50% και του 60% αντίστοιχα) είναι ένα γεγονός που έχει διαπιστωθεί εδώ και πολλά χρόνια. Αυτός είναι και ο λόγος που πολύ νωρίς, άρχισε να εφαρμόζεται από πολλά κέντρα παγκοσμίως μια τακτική ελέγχου χρωμοσωμάτων, γνωστή ως Preimplantation Genetic Screening (PGS). Η τακτική αυτή στοχεύει στον αποκλεισμό για εμβρυομεταφορά των ανευπλοειδικών εμβρύων και κατά συνέπεια στην αύξηση της επιτυχίας της εξωσωματικής γονιμοποίησης. Ο περιορισμός της μεθόδου FISH αφορά στον αριθμό των ανιχνευτών που μπορεί να χρησιμοποιηθούν ταυτόχρονα σε ένα κύτταρο, που δεν μπορεί να ξεπεράσει τους πέντε, ενώ η επανυβριδοποίηση με άλλους μειώνει τη διακριτική ικανότητα της τεχνικής, περιορίζοντας έτσι τον αριθμό των χρωμοσωμάτων που μπορούν να ελεγχθούν ανά κύτταρο (δεν ξεπερνούν τους 15). Κατά συνέπεια για την PGS επελέγη να γίνεται έλεγχος εκείνων των ανευπλοειδιών που συναντώνται συχνότερα στις αυτόματες αποβολές και σε παθολογικά έμβρυα και που αφορούν συγκεκριμένα τα χρωμοσώματα Χ, Υ, 13, 16, 18, 21, και 22.

Η PGS προτείνεται και προσφέρεται σε ζευγάρια με φυσιολογικό καρυότυπο που έχουν : α) πολλές παλίνδρομες κυήσεις ή β) περισσότερες από τρεις αποτυχημένες προσπάθειες IVF ή γ) προχωρημένη ηλικία της υποψήφιας μητέρας και δ) στις περιπτώσεις IVF που χρησιμοποιείται βιοψία όρχεος. Από συγκριτικές μελέτες όμως δεν διαπιστώνεται διαφορά στην επιτυχία της IVF όταν συνδυάζεται με PGS για τα παραπάνω χρωμοσώματα με FISH. Τα αποτελέσματα των μελετών αυτών τροφοδότησαν ένα πλήθος από συζητήσεις και προβληματισμούς στο χώρο της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής ως προς τη χρησιμότητα του PGS με FISH και την εφαρμογή του σαν μέθοδο ρουτίνας στην IVF.

Η ανάπτυξη της τεχνικής του γενομικού συγκριτικού υβριδισμού (Comparative Genomic Hybridization, CGH) έδωσε πολλές νέες πληροφορίες για τη συχνότητα και το είδος των ανευπλοειδιών σε γαμετικά και εμβρυϊκά κύτταρα. Η τεχνική αυτή βασίζεται στον ανταγωνιστικό υβριδισμό μεταξύ ενός κατακερματισμένου δείγματος DNA και σημασμένου με φθορίζουσα χρωστική (πράσινη), με το DNA ενός φυσιολογικού μάρτυρα σημασμένου με μια άλλη φθορίζουσα χρωστική (κόκκινη) πάνω στα φυσιολογικά χρωμοσώματα ενός μεταφασικού πυρήνα που έχει μονιμοποιηθεί σε αντικειμενοφόρο πλάκα. Ο λόγος μεταξύ των δυο χρωστικών κατά μήκος των χρωμοσωμάτων ελέγχεται μέσω μικροσκοπίου και καταγράφεται με κατάλληλο λογισμικό. Ο λόγος της έντασης των δυο χρωστικών σε κάθε σημείο του χρωμοσώματος είναι ενδεικτικός για έλλειμμα ή πλεόνασμα χρωμοσωμικού υλικού στη θέση αυτή.

Αναλυτικότερα η τεχνική CGH έδωσε τη δυνατότητα ελέγχου όλων των χρωμοσωμάτων ταυτόχρονα και αποκάλυψε ότι το 20-30% των ωαρίων είναι ανευπλοειδικά σε ηλικίες από 20-30 ετών, ενώ για γυναίκες μεγαλύτερες των 40 ετών τα ποσοστά ανευπλοειδικών ωαρίων κυμαίνονται από 50-80%. Μόνο το 25% των εμβρύων στο στάδιο της αυλάκωσης αποτελούνται αμιγώς από ευπλοειδικά κύτταρα. Από τα ανευπλοειδικά έμβρυα, περίπου το 50% έχουν τις ίδιες ανευπλοειδίες σε όλα τα κύτταρα τους (δημιουργήθηκαν κατά τη μείωση) ενώ τα υπόλοιπα έμβρυα είναι «χαοτικά», δηλαδή έχουν διαφορετικές ανευπλοειδίες σε κάθε κύτταρό τους (δημιουργήθηκαν κατά τις μιτωτικές διαιρέσεις του εμβρύου). Από μελέτες φαίνεται επίσης ότι στα γαμετικά κύτταρα και στα έμβρυα παρατηρούνται ανευπλοειδίες σε όλα τα χρωμοσώματα, σε διαφορετική συχνότητα το κάθε ένα και ότι οι συχνότερες από αυτές, είναι διαφορετικές από εκείνες που συναντώνται στα κυοφορούμενα έμβρυα ή σε έμβρυα από αυτόματες αποβολές. Με την τεχνική CGH εκτιμήθηκε ότι μόνο το 20-40% των εμβρύων που φέρουν χρωμοσωμικές ανωμαλίες ανιχνεύονται με FISH, όταν στoχεύονται τα χρωμοσώματα Χ, Υ, 13, 16, 18, 21 και 22. Αν όμως επιλεγούν στην FISH όχι αυτά, αλλά εκείνα τα 10 χρωμοσώματα που εμφανίζουν συχνότερα ανευπλοειδίες σε γαμετικά κύτταρα και έμβρυα, τότε περισσότερα από το 85% των ανευπλοειδικών εμβρύων θα εντοπίζονται. Συμπερασματικά, η εφαρμογή PGS με CGH αυξάνει την πιθανότητα εγκυμοσύνης και εμφύτευσης ενός επιλεγμένου εμβρύου. Το βασικό μειονέκτημα της μεθόδου του CGH κατά την κλινική εφαρμογή PGS είναι η δυσκολία στη διάγνωση, για την οποία απαιτείται μεγάλη εμπειρία στην κυτταρογενετική. Επίσης απαιτείται και ο αυξημένος χρόνος για την ολοκλήρωση της γενετικής διάγνωσης (περίπου 4 εικοσιτετράωρα). Αυτό επιβάλλει την κατάψυξη των εμβρύων και μεταφορά των ευπλοειδικών σε επόμενο κύκλο, με επίπτωση φυσικά στη βιωσιμότητα τους, λόγω της αναγκαίας απόψυξης.

Ένα νέο μεγάλο κεφάλαιο έχει δημιουργηθεί πρόσφατα στο χώρο της PGS, με την ανάπτυξη πολύ ευαίσθητων τεχνικών και την εφαρμογή νέων τεχνολογιών που επιτρέπουν κυτταρογενετικό έλεγχο υψηλής ανάλυσης. Βασίζονται στη χρησιμοποίηση των μικροσυστοιχιών και επιτρέπουν τον έλεγχο ολόκληρου του γονιδιώματος. Μελέτες έχουν δείξει πως οι τεχνικές αυτές μπορούν να προσαρμοστούν κατάλληλα ώστε να εφαρμοστούν στο επίπεδο του ενός κυττάρου:

α) Γενομικός συγκριτικός υβριδισμός σε μικροσυστοιχίες ολιγονουκλεοτιδίων (array-CGH). Το σημασμένο με φθορίζουσα χρωστική DNA υβριδοποιείται πάνω σε ολιγονουκλεοτίδια ακινητοποιημένα πάνω σε ειδική αντικειμενοφόρο πλάκα και όχι πάνω σε μεταφασικά χρωμοσώματα, όπως στην CGH. Τo κάθε ολιγονουκλεοτίδιο έχει καθορισμένη θέση πάνω στην πλάκα και είναι συμπληρωματικό για μια συγκεκριμένη περιοχή στο γονιδίωμα. Η μέθοδος έχει όλα τα πλεονεκτήματα του CGH, όμως είναι πιο γρήγορη (2 εικοσιτετράωρα) και επιτρέπει εμβρυομεταφορά στον ίδιο κύκλο IVF. Δοκιμές έχουν γίνει για την ελάττωση του χρόνου διάγνωσης σε 10 ώρες.

Η πρώτη κλινική εφαρμογή PGS με array-CGH που έγινε χρησιμοποιώντας ολιγονουκλεοτίδια ανιχνευτές έχει οδηγήσει σε εγκυμοσύνες χωρίς την ανάγκη της κατάψυξης εμβρύων. Για να είναι όμως αξιόπιστη η ανάλυση θα πρέπει να χρησιμοποιείται μεγάλος αριθμός ολιγονουκλεοτιδίων ανιχνευτών, γεγονός που αυξάνει το κόστος ανά κύτταρο που εξετάζεται.

β) Γενομικός συγκριτικός υβριδισμός σε μικροσυστοιχίες βακτηριδιακών συνθετικών χρωμοσωμάτων BAC-arrays (Bacterial Artificial Chromosomes). Στην περίπτωση αυτή στην αντικειμενοφόρο πλάκα ακινητοποιούνται χιλιάδες τμήματα DNA. Το καθ’ ένα είναι συμπληρωματικό με μια περιοχή ενός χρωμοσώματος που έχει μέγεθος από 150 έως 200kb (BAC clones). Το βασικό πρόβλημα στην εφαρμογή της τεχνικής αυτής είναι η έλλειψη επαναληψιμότητας που οφείλεται στην κατασκευή των πλακών. Παρ όλα αυτά τα τελευταία χρόνια ένα πλήθος από μεμονωμένα κύτταρα, πολικά σωμάτια και βλαστομερίδια έχουν ελεγχθεί με επιτυχία με την τεχνική αυτή.
γ) Γενομικός συγκριτικός υβριδισμός σε μικροσυστοιχίες βιβλιοθηκών DNA συμπληρωματικών στα χρωμοσώματα (Chromosome libraries). Η πολλά υποσχόμενη αυτή τεχνική φαίνεται να έχει μικρότερο κόστος. Το μειονέκτημά της είναι η δυσκολία να εντοπίσει ελλείμματα ή διπλασιασμούς σε μικρές χρωμοσωμικές περιοχές. Επομένως, αν και είναι κατάλληλη για PGS, δεν μπορεί να εφαρμοστεί για ΠΓΔ αμοιβαίων μεταθέσεων (reciprocal translocations).
δ) Μικροσυστοιχίες που ανιχνεύουν σημειακές αλλαγές κατά μήκος του γονιδιώματος (SNP-microarrays). H τεχνική αυτή μπορεί να ανιχνεύσει από 10.000 έως 500.000 σημειακές αλλαγές κατά μήκος ολόκληρου του γονιδιώματος και έχει μια εντελώς διαφορετική λογική σε σχέση με τις παραπάνω προσεγγίσεις του συγκριτικού υβριδισμού. Το κατακερματισμένο DNA του υπό εξέταση δείγματος υβριδοποιείται σε διαφορετική θέση από το DNA αναφοράς πάνω στην ίδια αντικειμενοφόρο πλάκα, ενώ και τα δύο σημαίνονται με την ίδια φθορίζουσα ομάδα. O αριθμός των αντιγράφων του χρωμοσώματος μπορεί να προσδιοριστεί παράλληλα με δυο τρόπους: α) Ανάλυση σύνδεσης (linkage analysis). Παραβάλλοντας τα εμβρυϊκά αλληλόμορφα SNPs με αυτά των δυο γονέων εντοπίζει τη γονεϊκή προέλευση του κάθε χρωμοσώματος. Η κληρονόμηση τριών διαφορετικών απλοτύπων δηλώνει τρισωμία, ενώ η ομοζυγωτία όλων των SNPs κατά μήκος ενός χρωμοσώματος δηλώνει μονοσωμία. β) Σύγκριση της έντασης του φθορισμού στα SNPs που αντιστοιχούν σε κάποιο χρωμόσωμα, μεταξύ του υπό εξέταση δείγματος και του δείγματος αναφοράς. Εντοπίζει ανευπλοειδία (περίσσεια ή έλλειψη χρωμοσώματος) αλλά και μικρότερα ελλείματα/διπλασιασμούς εξ αιτίας μεταθέσεων (reciprocal and Robertsonian). Σε επίπεδο ενός κυττάρου η τεχνική έχει εφαρμοστεί με επιτυχία από τον Handyside και τους συνεργάτες του το 2009.

Το βασικό μειονέκτημα όλων των προσεγγίσεων που αναφέρθηκαν προηγουμένως είναι το αυξημένο κόστος, λαμβάνοντας υπ’ όψη πως σε κάθε κύκλο είναι πολλά τα έμβρυα που θα πρέπει να ελεχθούν. Αν και τα δεδομένα από την εφαρμογή των τεχνικών αυτών είναι πολύ ενθαρρυντικά, απαιτούνται ακόμα πολλές δοκιμές και βελτιώσεις ώστε να εφαρμοστούν στην κλινική πράξη. Επίσης είναι σημαντικό να αξιολογηθεί ποιά προσέγγιση συνδυάζει μεγαλύτερη αξιοπιστία και ταχύτητα, με χαμηλότερο κόστος.

Πρέπει όμως να τονιστεί ότι αν και η ευρεία εφαρμογή της PGS στην κλινική πρακτική με την αξιοποίηση της νέας τεχνολογίας αποτελεί ελκυστικό στόχο, η PGS δεν πρόκειται να υπερπηδήσει ποτέ τον κίνδυνο της απόρριψης εμβρύων, τα οποία, αν και εμφανίζονται παθολογικά στο κύτταρο που αναλύεται, έχουν τη δυναμική να δώσουν υγιείς οργανισμούς μέσω του μηχανισμού της φυσικής διόρθωσης ανευπλοειδιών (chromosome rescue).

2. Εφαρμογή ΠΓΔ για μονογονιδιακά νοσήματα 

Σήμερα ΠΓΔ μπορεί να εφαρμοστεί για όλα τα μονογονιδιακά νοσήματα με γνωστή γενετική διαταραχή, στα οποία περιλαμβάνονται αυτοσωματικά υπολειπόμενα, αυτοσωματικά επικρατητικά, φυλοσύνδετα και μιτοχονδριακά (Πίνακας 1). Για τη γενετική διάγνωση απαιτείται ο εξοπλισμός και η τεχνογνωσία ενός εργαστηρίου μοριακής γενετικής. Όλα τα πρωτόκολλα ΠΓΔ μονογονιδιακών νοσημάτων βασίζονται στην αλυσιδωτή αντίδραση της πολυμεράσης (Polymerase Chain Reaction, PCR). Tα προβλήματα που προκύπτουν γενικά κατά τη γενετική διάγνωση με την εφαρμογή PCR, σε DNA που προέρχεται από ένα και μόνο κύτταρο, αφορούν την αποτυχία πολλαπλασιασμού του DNA (amplification failure), το μη ισοδύναμο πολλαπλασιασμό του DNA από τα δύο αλληλόμορφα (allelic drop-out, ADO) και την επιμόλυνση από ξένο DNA. Όλα αυτά μπορεί να οδηγήσουν είτε σε αδυναμία διάγνωσης, είτε σε λανθασμένη διάγνωση.

Για το σχεδιασμό ενός πρωτοκόλλου ΠΓΔ για μονογονιδιακό νόσημα θα πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν ο περιορισμένος αριθμός γενετικού υλικού που είναι διαθέσιμο για τη γενετική διάγνωση, η αδυναμία εφαρμογής περισσότερων της μιας αντίδρασης PCR καθώς και οι ιδιαιτερότητες του ίδιου του νοσήματος, όπως το μέγεθος του γονιδίου που ευθύνεται για το νόσημα, το πλήθος και η θέση των μεταλλάξεων στο γονίδιο.

Σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία, σήμερα ο εργαστηριακός (μοριακός βιολόγος-γενετιστής) έχει στη διάθεσή του βελτιωμένα ένζυμα πολυμερισμού του DNA, κατά την PCR, που εξασφαλίζουν πολύ καλύτερες αποδόσεις καθώς και πολύ ευαίσθητες τεχνικές, κυρίως φθορισμομετρικές, με χρήση νέων τεχνολογιών, για την ανίχνευση των προϊόντων της PCR.

Σήμερα συνιστάται, παράλληλα με το γονίδιο που ευθύνεται για το νόσημα που εξετάζεται, να γίνεται και έλεγχος πολυμορφικών μικροδορυφορικών αλληλουχιών ή σημειακών αλλαγών που βρίσκονται κοντά ή και μέσα στο γονίδιο αυτό, με σκοπό την έμμεση γενετική διάγνωση μέσω ανάλυσης σύνδεσης (linkage analysis). Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται μείωση της πιθανότητας λανθασμένης διάγνωσης, αντιμετωπίζεται το πρόβλημα του ADO, ελέγχεται η πιθανότητα επιμόλυνσης από ξένο DNA σε κάθε ένα έμβρυο ξεχωριστά, ενώ αυξάνεται ο αριθμός των εμβρύων που μπορούν να μεταφερθούν για εμφύτευση. Η παραπάνω διαδικασία είναι εφικτή με την εφαρμογή πολλαπλού PCR (multiplex PCR) που επιτρέπει τον πολλαπλασιασμό ταυτόχρονα πολλών τμημάτων DNA. Στην περίπτωση που το πρωτόκολλο απαιτεί τον πολλαπλασιασμό μεγάλου αριθμού τμημάτων DNA και η βελτιστοποίηση της PCR δημιουργεί δυσκολίες, υπάρχει και η δυνατότητα του ενζυμικού πολλαπλασιασμού ολόκληρου του γονιδιώματος του μεμονωμένου κυττάρου (whole genome amplification) με τεχνικές όπως primer extension preamplification (PEP) method, degenerate oligonucleotide primed PCR (DOP-PCR), tagged random primers PCR (T-PCR), linker- adaptor PCR (LAPCR), T7-based linear amplification of DNA (TLAD) και multiple displacement amplification (MDA). Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται μεγάλη ποσότητα DNA που αρκεί για πολλές διαφορετικές αντιδράσεις PCR. Όμως αν και η αύξηση της ποσότητας του γενετικού υλικού διευκολύνει πολύ το στάδιο της ανάπτυξης ενός πρωτοκόλλου ΠΓΔ, κατά την κλινική εφαρμογή παρατηρούνται πολύ αυξημένα επίπεδα ADO. Με το δεδομένο αυτό, για την εξασφάλιση αξιοπιστίας της διάγνωσης απαιτείται στη συνέχεια ο πολλαπλασιασμός και ανάλυση πολύ μεγάλου αριθμού μικροδορυφορικών αλληλουχιών που βρίσκονται σε σύνδεση με το υπεύθυνο γονίδιο, που όμως έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση του κόστους αλλά και του χρόνου της γενετικής διάγνωσης. Η δυνατότητα εφαρμογής της μεθόδου του πολλαπλού PCR ή και του πολλαπλασιασμού ολόκληρου του γονιδιώματος (επιτρέπει την έμμεση διάγνωση μέσω ανάλυσης σύνδεσης) διευκόλυνε την καθιέρωση πρωτοκόλλων ευρείας εφαρμογής για το κάθε νόσημα, περιορίζοντας την ανάγκη σχεδιασμού πρωτοκόλλων για κάθε ένα μεμονωμένο περιστατικό.

Τα τελευταία είκοσι χρόνια έχουν εφαρμοστεί πολλές τεχνικές για την ανίχνευση σημειακών αντικαταστάσεων, μικροελλειμμάτων ή μικροενθέσεων, όπως για παράδειγμα amplification refractory mutation system (ARMS), restriction fragment length polymorphism (RFLP), single stranded conformational polymorphism (SSCP) and heteroduplex analysis (HA) techniques. Στις νέες τεχνολογίες περιλαμβάνονται PCR πραγματικού χρόνου (Real Time PCR) ή αυτοματοποιημένα συστήματα ανάλυσης της πρωτοταγούς δομής του DNA (sequencing και mini-sequencing).

Όπως αναφέρθηκε και στο κεφάλαιο της εφαρμογής ΠΓΔ για χρωμοσωμικές ανωμαλίες, μια πολλά υποσχόμενη τεχνική στο χώρο της ΠΓΔ είναι τα SNP-microarrays. Αν και η μέθοδος δεν έχει εφαρμοστεί ακόμα κλινικά, με βάση τις δοκιμές που έχουν γίνει σε μεμονωμένα λεμφοκύτταρα από τον Handyside και τους συνεργάτες του το 2009, οι οποίοι χρησιμοποίησαν ως μοντέλο μονογονιδιακού νοσήματος την Κυστική Ίνωση, φαίνεται ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για οποιοδήποτε μονογονιδιακό νόσημα, ενώ παράλληλα επιτρέπει τον έλεγχο ανευπλοειδιών ή άλλων χρωμοσωμικών διαταραχών που πιθανό συνυπάρχουν. Η εξέλιξη της τεχνολογίας, σε συνδυασμό με την άμεση πρόσβαση σε ηλεκτρονικές βάσεις γενετικών δεδομένων και λογισμικών, επιτρέπουν σε ένα σύγχρονο εργαστήριο γενετικής τη δυνατότητα σχεδιασμού και κλινικής εφαρμογής ΠΓΔ για οποιοδήποτε μονογονιδιακό νόσημα, έστω και αν αυτό είναι σπάνιο. H στρατηγική ανάπτυξης πρωτοκόλλων ΠΓΔ περιλαμβάνει τα εξής στάδια:

  • Εύρεση της μετάλλαξης ή των μεταλλάξεων που ευθύνονται για το νόσημα και εντοπισμός πολυμορφικών μικροδορυφορικών αλληλουχιών που βρίσκονται σε σύνδεση (linked) με το υπεύθυνο για το νόσημα γονίδιο, μέσω ηλεκτρονικών βάσεων δεδομένων όπως ENSEMBL, UCSC, uniSTS.
  • Ανάλυση σύνδεσης (linkage analysis) των πολυμορφικών αλληλουχιών με το υπεύθυνο γονίδιο στην οικογένεια για τον εντοπισμό των πληροφοριακών αλληλομόρφων.
  • Σχεδιασμός της multiplex PCR μέσω λογισμικών όπως IDT, In-Silico PCR
  • Βελτιστοποίηση της μεθόδου σε αραιωμένο γενομικό DNA από τα μέλη της οικογένειας•Εκτίμηση της αξιοπιστίας και της ευαισθησίας της μεθόδου σε DNA από μεμονωμένα λεμφοκύτταρα των υποψήφιων γονέων (σύμφωνα με τις προδιαγραφές του PGD Consortium της ESHRE)
  • Εφαρμογή της μεθόδου σε μεμονωμένα βλαστομερίδια από προς απόρριψη έμβρυα που έχουν γονιμοποιηθεί εξωσωματικά.
  • Κλινική εφαρμογή

Για να χρησιμοποιηθεί ένα πρωτόκολλο ΠΓΔ στην κλινική πράξη θα πρέπει να έχει εξασφαλιστεί ικανοποιητικός πολλαπλασιασμός της περιοχής ή των περιοχών του γονιδίου όπου εντοπίζονται οι μεταλλάξεις που ευθύνονται για το νόσημα. Επίσης θα πρέπει να έχει επιλεγεί και προτυποποιηθεί η κατάλληλη κάθε φορά μέθοδος ανίχνευσης των μεταλλάξεων, ώστε να εξασφαλίζεται η αξιοπιστία της γενετικής διάγνωσης. Σύμφωνα με τις προδιαγραφές, όπως έχουν καθοριστεί από το European Society of Human Reproduction and Embryology (ESHRE), για να εφαρμοστεί σε κλινικό επίπεδο μια μέθοδος ΠΓΔ θα πρέπει να έχει περιοριστεί η ολοκληρωτική αποτυχία του πολλαπλασιασμού σε επίπεδα μικρότερα του 10% και του ADO σε μικρότερα του 5%. Ο έλεγχος για την αξιολόγηση ενός πρωτοκόλλου οφείλει να είναι αυστηρός και το πρωτόκολλο να διαθέτει δικλείδες ασφαλείας ώστε να εντοπίζεται και να αξιολογείται τόσο το ADO όσο και η επιμόλυνση. Η ΠΓΔ επιβάλλεται να εφαρμόζεται από έμπειρους επιστήμονες σε κατάλληλους χώρους που πληρούν τις προδιαγραφές για την ελαχιστοποίηση της πιθανότητας επιμόλυνσης. Τέλος η επιτυχία της προσπάθειας προϋποθέτει και την καλή ποιότητα του κυττάρου (του υλικού) που αποστέλλεται για διάγνωση από τον εμβρυολόγο. Η ολοκληρωτική όσο και η μερική αποτυχία πολλαπλασιασμού του DNA (ADO), μπορεί να οφείλεται είτε στην απώλεια του κυττάρου κατά τη μεταφορά του στο σωληνάριο που γίνεται η αντίδραση PCR, είτε στη βιοψία ενός απύρηνου ή κακής ποιότητας κυττάρου ή ακόμα στην ατελή λύση της κυτταρικής μεμβράνης.

Η εμπειρία του Εργαστηρίου Ιατρικής Γενετικής στην ΠΓΔ μονογονιδιακών νοσημάτων
Τα τελευταία  χρόνια στο εργαστήριο Ιατρικής Γενετικής του Πανεπιστημίου Αθηνών αναπτύξαμε και εφαρμόσαμε ΠΓΔ για ένα πλήθος μονογονιδιακών νοσημάτων, όπως: τα μεσογειακά σύνδρομα, η κυστική ίνωση (ΚΙ), η νωτιαία μυϊκή ατροφία (SMA), φυλοσύνδετα ή φυλοεξαρτώμενα γονίδια όπως η μυϊκή δυστροφία Duchenne, το σύνδρομο του εύθραυστου Χ και η λιποειδής υπερπλασία των επινεφριδίων (Congenital Lipoid Adrenal Hyperplasia – CLAH). Επίσης ασχοληθήκαμε και με σπάνια νοσήματα όπως η γλυκογονίαση (Glycogen Storage Disease – GSD), η συγγενής αμαύρωση Leber (Leber’s Congenital Amaurosis – LCA), η σπαστική παραπληγία 3A (SPG3A), τo σύνδρομο MARFAN, η αυτοσωματική υπολειπόμενη πολυκυστική νόσος των νεφρών (ARPKD), η νευροϊνωμάτωση τύπου 1 (NF1) και η μυοτονική δυστροφία τύπου 1 (DM1). Όλα τα παραπάνω νοσήματα εμφανίζουν βαρύτατη κλινική εικόνα, η ΚΙ όμως σχετίζεται επί πλέον με την ανδρική υπογονιμότητα. Στον Ελληνικό πληθυσμό άνδρες με συγγενή έλλειψη σπερματικού πόρου είναι κατά 70% τουλάχιστο φορείς της νόσου, ενώ άνδρες με αποφρακτική αζωοσπερμία κατά 30%.

Τα μεσογειακά σύνδρομα και η ΚΙ είναι τα δύο πιο συχνά νοσήματα στον Ελληνικό πληθυσμό. 10% του πληθυσμού είναι φορείς β μεσογειακής αναιμίας και άλλων αιμοσφαιρινοπαθειών, όπως δρεπανοκυτταρική αναιμία, και 5% του πληθυσμού είναι φορείς ΚΙ. Τόσο η ΚΙ όσο και τα μεσογειακά σύνδρομα παρουσιάζουν μεγάλη φαινοτυπική και κλινική ετερογένεια στη χώρα μας. Περισσότερες από 80 σημειακές μεταλλάξεις έχουν εντοπιστεί στο CFTR γονίδιο που ευθύνεται για την ΚΙ και περισσότερες από 25 στο β γονίδιο της αιμοσφαιρίνης. Με βάση τα δεδομένα ότι το 85% των μεταλλάξεων στο CFTR γονίδιο εντοπίζονται σε 7 από τα 27 εξόνια του γονιδίου και το 97% στο β γονίδιο αιμοσφαιρίνης εντοπίζονται στο πρώτο μισό του γονιδίου, σχεδιάσαμε και βελτιστοποιήσαμε δύο ευέλικτα και εύκολα προσαρμοζόμενα, ανά περιστατικό, πρωτόκολλα.

 


Προβληματισμοί 

Κατά την κλινική εφαρμογή ΠΓΔ αναδεικνύονται κάποια ηθικά διλήμματα και προβληματισμοί, όπως στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) ΠΓΔ με σκοπό τη γέννηση συμβατού αδελφού δότη (HLA typing). Στόχος είναι η μεταμόσχευση σε προϋπάρχον παιδί στην οικογένεια που πάσχει από ανίατη ασθένεια. Τέτοιες ασθένειες μπορεί να είναι διάφορες λευχαιμίες, η αναιμία Fanconi, η β Μεσογειακή Αναιμία κ.α. Είναι γνωστό ότι η μεταμόσχευση μυελού των οστών είναι περισσότερο αποτελεσματική και ασφαλής όταν ο δότης έχει συγγενική σχέση με τον πάσχοντα. Όταν δεν υπάρχει αδελφός δότης οι γονείς συχνά καταφεύγουν στην ΠΓΔ. Στο σημείο αυτό όμως προβάλλουν κάποια ηθικά διλήμματα όπως: πόσο ηθικό είναι να εμποδίσεις ένα φυσιολογικό έμβρυο να εξελιχθεί σε ανθρώπινο ον επειδή δεν πληροί το κριτήριο της ιστοσυμβατότητας; ή πόσο επώδυνο ψυχολογικά είναι για το ιστοσυμβατό φυσιολογικό αδερφάκι να γνωρίζει πως ήρθε στον κόσμο, κατά παραγγελία, για να σωθεί κάποιος άλλος και όχι γιατί ο ίδιος ήταν επιθυμητός από τους γονείς του; Υπάρχει όμως και ο αντίλογος ότι ο συμβατός αδελφός δότης όχι μόνο είναι πολύ επιθυμητός από την οικογένεια αλλά και ότι επιπροσθέτως, η σημαντική του προσφορά, σώζοντας το άρρωστο αδερφάκι του, τον κάνει ακόμα περισσότερο ξεχωριστό στα μάτια των γονιών του και κατά συνέπεια αποδεκτό και αγαπητό από ολόκληρη την οικογένεια. Επιπλέον ακόμη και αν η μεταμόσχευση αποτύχει και το πρώτο παιδί χαθεί, οι γονείς θα έχουν το δεύτερο παιδί για να αγαπούν. Σε καμιά περίπτωση δεν περιμένει κανείς από γονείς που έχουν την ευαισθησία να σώσουν το άρρωστο παιδί τους μπαίνοντας στην επίπονη διαδικασία της ΠΓΔ, να αγνοήσουν τις ανάγκες ενός δεύτερου παιδιού στην οικογένεια ή να μην το αγαπήσουν και αυτό. Ο Οργανισμός Εμβρυολογίας & Ανθρώπινης Γονιμοποίησης στην Αγγλία (ΗFEA -Human Fertilisation and Embryology Authority, www.hfea.gov.uk) αποδέχεται την ΠΓΔ για HLA ιστοσυμβατότητα μόνο στην περίπτωση των νοσημάτων που και το δεύτερο παιδί έχει κίνδυνο να νοσήσει (π.χ. στην αναιμία Fanconi), όχι όμως για νοσήματα που δεν υπάρχει κληρονομικότητα (π.χ. λευχαιμία ή λέμφωμα). Η θέση αυτή όμως δεν υιοθετείται από άλλες χώρες όπου εφαρμόζεται ΠΓΔ ακόμη και με μόνη ένδειξη την HLA ιστοσυμβατότητα. Πρέπει όμως να τονιστεί ότι, στην απόφαση για την επιλογή της ΠΓΔ ως λύση για την εύρεση συμβατού δότη, σημαντικό είναι να συνεκτιμηθεί από την οικογένεια και η πιθανότητα που υπάρχει ώστε να βρεθεί συμβατός αδελφός δότης, αφού η συνδυασμένη διάγνωση (νόσημα και συμβατότητα) μειώνει τα αναμενόμενα ποσοστά των κατάλληλων εμβρύων για εμβρυομεταφορά. Από πρακτικής απόψεως οι αναμενόμενες πιθανότητες είναι 25% για απλή ιστοσυμβατότητα, 18.8% για ιστοσυμβατότητα σε συνδυασμό με υπολειπόμενο μονογονιδιακό νόσημα και μόνο 12.5% για ιστοσυμβατότητα σε συνδυασμό με φυλοσύνδετο νόσημα. Και τα δυο παραπάνω πρωτόκολλα παρέχουν τη δυνατότητα εντοπισμού και των φυσιολογικών αλληλομόρφων, κάνοντας αντιληπτή την ύπαρξη του ADO όταν εμφανίζεται.
β) ΠΓΔ σε οικογένειες με καρκίνους. Η ΠΓΔ για τον καρκίνο ενδείκνυται μόνο στους διαπιστωμένα κληρονομούμενους καρκίνους όπως του μαστού, του παχέος εντέρου του συνδρόμου Li-Fraumeni κ.α. Προϋπόθεση για την εφαρμογή ΠΓΔ γενικά στον καρκίνο είναι να υπάρχει οικογενειακό ιστορικό με μέλη της οικογένειας που έχουν νοσήσει για δυο – τρεις γενιές σε νεαρή ηλικία και να είναι χαρακτηρισμένη η γενετική διαταραχή που ευθύνεται για την εμφάνιση της νόσου στην οικογένεια.
γ) ΠΓΔ για γενετικές ασθένειες όψιμης εμφάνισης (late-onset), όπως η νόσος Huntington, Alzheimer κ.α. Τα νοσήματα αυτά κληρονομούνται με επικρατητικό χαρακτήρα που σημαίνει ότι οι υποψήφιοι γονείς συχνά ζητούν ΠΓΔ όταν σε έναν από τους ίδιους έχει ήδη εκδηλωθεί η νόσος και αντιμετωπίζει μικρό προσδόκιμο επιβίωσης. Επομένως όταν με ΠΓΔ αποκτήσουν ένα φυσιολογικό παιδί, τότε το παιδί αυτό έχει μεγάλη πιθανότητα να χάσει το γονιό του σε ηλικία που ακόμη εξαρτιέται από αυτόν. Δημιουργούνται έτσι διλήμματα: πόσο ηθικό είναι να βιώσει ένα παιδί τον πόνο της απώλειας του γονιού του παρ’ όλο ότι υπάρχει ο άλλος γονιός δίπλα του. Από την άλλη πλευρά, χωρίς ΠΓΔ, το παιδί πιθανά να έπασχε και το ίδιο από τη νόσο. Επιπρόσθετα για τις δυο παραπάνω ασθένειες η απόφαση των υποψήφιων γονέων για την ΠΓΔ λαμβάνεται με βάση τα σημερινά επιστημονικά δεδομένα που αφορούν στην τρέχουσα ιατρική αντιμετώπιση και θεραπεία του νοσήματος. Έτσι όμως δεν γνωρίζει κανείς τις δυνατότητες που θα υπάρχουν κατά το χρόνο που αναμένεται να εκδηλωθεί η νόσος στους απογόνους τους, δηλαδή σε 20-50 χρόνια.
δ) ΠΓΔ για επιλογή φύλου χωρίς ιατρική ένδειξη-για κοινωνικούς λόγους (social sexing). H ΠΓΔ για επιλογή φύλου για κοινωνικούς λόγους επίσημα δεν είναι αποδεκτή από τη διεθνή επιστημονική κοινότητα. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν πολλοί επιστήμονες που αποδέχονται και υπηρετούν τη θέληση γονέων με πολλά παιδιά του ιδίου φύλου να αποκτήσουν και ένα του αντίθετου φύλου. Στην Ελλάδα με τον νόμο 3305/2005 που καθορίζει τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, επιτρέπεται η ΠΓΔ φύλου μόνο στην περίπτωση φυλοσύνδετων ασθενειών . Στην πράξη, στο Εργαστήριο Ιατρικής Γενετικής αυστηρά δεν εφαρμόζεται ΠΓΔ φύλου για κοινωνικούς λόγους. Αντίθετα πραγματοποιείται έλεγχος του φύλου στην περίπτωση φυλοσύνδετου νοσήματος.


Συμπεράσματα 

Η ΠΓΔ είναι μια πολύπλοκη και ιδιαίτερα ευαίσθητη διαδικασία, τα αποτελέσματα της οποίας, όταν επιτυγχάνεται κύηση, θα πρέπει να επιβεβαιώνονται με προγεννητική διάγνωση. Η επιτυχής έκβαση του εγχειρήματος της ΠΓΔ εξαρτάται από την επιτυχή διεξαγωγή όλων των σταδίων της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής και της γενετικής διάγνωσης που απαιτούν μεγάλη εξειδίκευση τόσο σε επιστημονική όσο και σε υλικοτεχνική υποδομή. Eπί πλέον τόσο η ποιότητα των εμβρύων που θα προκύψουν, όσο και η επιτυχία της IVF, (γέννηση υγιούς παιδιού) δεν είναι προβλέψιμα αλλά εξαρτώνται από τον τρόπο που θα ανταποκριθεί το κάθε περιστατικό. H επιτυχία της IVF γενικά δεν ξεπερνά το 25% των περιπτώσεων (EIM & ESHRE 2001). Παρ όλα αυτά η εξέλιξη της τεχνολογίας και η ανάπτυξη πολύ ευαίσθητων τεχνικών με τη χρήση μικροσυστοιχιών που αναπτύσσονται ραγδαία τα τελευταία χρόνια ανοίγουν νέες προοπτικές στο χώρο της ΠΓΔ για την επιλογή των εμβρύων εκείνων που δεν φέρουν γενετικές διαταραχές και παράλληλα έχουν τη δυναμική να εμφυτευτούν και να οδηγήσουν σε εγκυμοσύνη με θετική έκβαση, αυξάνοντας τα ποσοστά επιτυχίας της IVF.

Η ΠΓΔ έχει αυτή τη στιγμή μια πολύ σεβαστή θέση στο χώρο της προληπτικής ιατρικής και ο στόχος της εφαρμογής της δεν είναι να αντικαταστήσει την προγεννητική διάγνωση αλλά, σε ειδικές περιπτώσεις, να τη συμπληρώσει. Η ΠΓΔ δίνει σήμερα ελπίδα σε ζευγάρια με βεβαρημένο ιστορικό κατά την αναπαραγωγική διαδικασία (υπογονιμότητα, πολλαπλές διακοπές κυήσεων μετά από προγεννητική διάγνωση ή συνύπαρξη σοβαρής ασθένειας της υποψήφιας μητέρας).

Ηθικοί προβληματισμοί αναδεικνύονται κατά την κλινική εφαρμογή της μεθόδου που αφορούν όχι μόνο το είδος της ΠΓΔ αλλά και το κοινό που πραγματικά την έχει ανάγκη. Μεγάλη σημασία θα πρέπει να δίνεται στην αποφυγή υπερβολών κατά τη χρήση μιας τόσο πολύπλοκης και ιδιαίτερα χρήσιμης ιατρικής πράξης.


Βιβλιογραφία

Angell RR, Aitken RJ, van Look PF, Lumsden MA, Templeton AA..Chromosome abnormalities in human embryos after in vitro fertilization. Nature 1983, 303:336–338

Baart EB, dB van, I E Martini, HJvEussen, BC Fauser, and OD Van. FISH analysis of 15 chromosomes in human day 4 and 5 preimplantation embryos: the added value of extended aneuploidy detection. Prenat. Diagn 2007, 27: 55-63

Barbash-Hazan S, Frumkin T, Malcov M, Yaron Y, Cohen T, Azem F, Amit A, and Ben-Yosef D. Preimplantation aneuploid embryos undergo selfcorrection in correlation with their developmental potential. Fertil Steril 2009, 92: 890-896

Blake DA, CM Farquhar, N Johnson, and M Proctor. Cleavage stage versus blastocyst stage embryo transfer in assisted conception. Cochrane Database 2007. Syst Rev CD002118

Christofidou C, Sofocleous C, Vrettou C, Destouni A, Traeger-Synodinos J, Kekou K, Palmer G, Kokkali G, Mavrou A, Kitsiou S, Kanavakis E. PGD for X-linked and gender-dependent disorders using a robust, flexible single-tube PCR protocol. Reprod Biomed Online 2009, 19:418-425

Delhanty JD, Griffin DK, Handyside AH, Harper J, Atkinson GH, Pieters MH, Winston RM. Detection of aneuploidy and chromosomal mosaicism in human embryos during preimplantation sex determination by fluorescent in situ hybridisation, (FISH). Hum Mol Genet 1993, 2:1183–1185.

De Vos A, and A Van Steirteghem. Aspects of biopsy procedures prior to preimplantation genetic diagnosis. Prenat Diagn 2001, 21: 767-780

Devolder Κ. Preimplantation HLA typing: having children to save our loved ones J Med Ethics 2005, 31:582–586.

Dreesen J, Drusedau M, Smeets H, de Die-Smulders C, Coonen E, Dumoulin J, Gielen M, Evers J, Herbergs J, Geraedts J. Validation of preimplantation genetic diagnosis by PCR analysis: genotype comparison of the blastomere and corresponding embryo, implications for clinical practice. Mol Hum Reprod 2008, 14:573-579

Findlay I, Ray P, Quirke P, Rutherford A, Lilford R. Allelic drop-out and preferential amplification in single cells and human blastomeres: implications for preimplantation diagnosis of sex and cystic fibrosis. Hum Reprod. 1995, 10:1609-1618

Fragouli E, Lenzi M, Ross R, Katz-Jaffe M, Schoolcraft WB, and Wells D.. Comprehensive molecular cytogenetic analysis of the human blastocyst stage. Hum Reprod 2008, 23:2596-2608

Gardner DK, Schoolcraft WB, Wagley L, Schlenker T, Stevens J, and Hesla J. A prospective randomized trial of blastocyst culture and transfer in in-vitro fertilization. Hum Reprod 1998, 13: 3434-3440

Gardner DK, Vella P, Lane M, Wagley L, Schlenker T, and Schoolcraft WB. Culture and transfer of human blastocysts increases implantation rates and reduces the need for multiple embryo transfers. Fertil Steril 1998, 69: 84-88.

Geraedts JPM, De Wert GMWR. Preimplantation genetic diagnosis. Clin Genet 2009, 76: 315–325

Goossens V, De RM, De VA, Staessen C, Michiels A, Verpoest W, Van SA, Bertrand C, Liebaers I, Devroey P, and Sermon K. Diagnostic efficiency, embryonic development and clinical outcome after the biopsy of one or two blastomeres for preimplantation genetic diagnosis. Hum Reprod 2008, 23: 481-492.

Goossens V, Harton G, Moutou C, Scriven PN, Traeger-Synodinos J, Sermon K, and Harper JC. ESHRE PGD Consortium data collection VIII: cycles from January to December 2005 with pregnancy follow-up to October 2006. Hum Reprod 2008, 23: 2629-2645

Handyside AH, Harton GL, Mariani B, Thornhill AR, Affara NA, Shaw MA, Griffin DK. Karyomapping: a Universal Method for Genome Wide Analysis of Genetic Disease based on Mapping Crossovers between Parental Haplotypes. J Med Genet 2009, Oct 25. [Epub ahead of print]

Handyside AH, Kontogianni EH, Hardy K, and Winston RM. Pregnancies from biopsied human preimplantation embryos sexed by Y-specific DNA amplification. Nature 1990, 344: 768-770

Handyside AH, Lesko JG, Tarin JJ, Winston RM, and Hughes MR. Birth of a normal girl after in vitro fertilization and preimplantation diagnostic testing for cystic fibrosis. N Engl J Med 1992, 327: 905-909

Handyside AH, Thornhill AR, Affara NA, Harton GL, Mariani BD, Griffin DK. Recombination mapping: a universal molecular karyotyping method for preimplantation genetic diagnosis of inherited disease. Fertil Steril 2008, 90(Suppl 1):S24

Harper JC, Boelaert K, Geraedts J, Harton G, Kearns WG, Moutou C, Muntjewerff N, Repping S, SenGupta S, Scriven PN, Traeger-Synodinos J, Vesela K, Wilton L, Sermon KD. 2006 ESHRE PGD Consortium data collection V: cycles from January to December 2002 with pregnancy follow-up to October 2003. Hum Reprod. 21:3-21.

Hellani A, bu-Amero K, Azouri J, and El-Akoum S. Successful pregnancies after application of array-comparative genomic hybridization in PGS-aneuploidy screening. Reprod Biomed Online 2008, 17: 841-847

Kakourou G., Dhanjal S, Daphnis D, Doshi A, Nuttall S, Gotts S, Serhal P, Delhanty J, Harper J, and Sengupta S. Preimplantation genetic diagnosis for myotonic dystrophy type 1: detection of crossover between the gene and the linked marker APOC2. Prenat Diagn 2007, 27: 111-116

Kakourou G, Dhanjal S, Mamas T, Gotts S, Doshi A, Fordham K, Serhal P, Ranieri DM, Delhanty JD, Harper JC, and SenGupta SB. Preimplantation genetic diagnosis for myotonic dystrophy type 1 in the UK. Neuromuscul Disord 2008, 18: 131-136

Καναβάκης Ε. Ποια νοσήματα ελέγχονται και ώς πού μπορούμε να φτάσουμε. Ελευθεροτυπία 17/01/2009

Kanavakis E, Traeger-Synodinos J. Preimplantation genetic diagnosis in clinical practice. J Med Genet 2002, 39:6-11

Kanavakis E, Traeger-Synodinos J, Vrettou C, Maragoudaki E, Tzetis M, Kattamis C Prenatal diagnosis of the thalassaemia syndromes by rapid DNA analytical methods. Mol Hum Reprod 1997, 3:523-528

Kanavakis E, Tzetis M, Antoniadi T, Pistofidis G, Milligos S, Kattamis C. Cystic fibrosis mutation screening in CBAVD patients and men with obstructive azoospermia or severe oligozoospermia. Mol Hum Reprod 1998, 4:333-337

King DS. Preimplantation genetic diagnosis and the “new” eugenics. J Med Ethics 1999, 25:176-82

Kokkali G, Traeger-Synodinos J, Vrettou C, Stavrou D, Jones GM, Cram DS, Makrakis E, Trounson AO, Kanavakis E, and Pantos K. Blastocyst biopsy versus cleavage stage biopsy and blastocyst transfer for preimplantation genetic diagnosis of beta-thalassaemia: a pilot study. Hum Reprod 2007, 22: 1443-1449

Kokkali G, Vrettou C, Traeger-Synodinos J, Jones GM, Cram DS, Stavrou D, Trounson AO, Kanavakis E, Pantos K, Birth of a healthy infant following trophectoderm biopsy from blastocysts for PGD of beta-thalassaemia major. Hum Reprod 2005, 20:1855-1859 Leather S. Saviour siblings. Is it right to create a tissue donor baby? London: Progress Educational Trust, 2003. www.progress.org.uk/Events/ PastEventsSSL.html (accessed 24 Aug 2004).

Lewis CM, Pinel T, Whittaker JC, and Handyside AH. Controlling misdiagnosis errors in preimplantation genetic diagnosis: a comprehensive model encompassing extrinsic and intrinsic sources of error. Hum Reprod 2001, 16: 43-50

Magli MC, Gianaroli L, Grieco N, Cefalu E, Ruvolo G, and Ferraretti AP. Cryopreservation of biopsied embryos at the blastocyst stage. Hum Reprod 2006, 21: 2656-2660

Manipalviratn S, DeChermey A, Segars J. Imprinting disorders and assisted reproductive technology. Fertil Steril 2009, 91:305-315

Mantripragada KK, Buckley PG, de Stahl TD, & Dumanski JP. Genomic microarrays in the spotlight. Trends in Genetics 2004, 20: 87-94

Mastenbroek S, Twisk M, van Echten-Arends J, Sikkema-Raddatz B, Korevaar JC, Verhoeve HR, Vogel NE, Arts EG, de Vries JW, Bossuyt PM et al. In vitro fertilization with preimplantation genetic screening. N Engl J Med 2007, 357:9–17

McArthur SJ, Leigh D, Marshall JT, Gee AJ, de Boer KA, and Jansen RP. Blastocyst trophectoderm biopsy and preimplantation genetic diagnosis for familial monogenic disorders and chromosomal translocations. Prenat Diagn 2008, 28: 434-442

McArthur SJ, Leigh D, Marshall JT, de Boer KA, and Jansen RP. Pregnancies and live births after trophectoderm biopsy and preimplantation genetic testing of human blastocysts. Fertil Steril 2005, 84: 1628-1636

Munne/ S, Chen S, Fischer J, Colls P, Zheng X, Stevens J, Escudero T, Oter M, Schoolcraft B, Simpson JL et al. Preimplantation genetic diagnosis reduces pregnancy loss in women aged 35 years and older with a history of recurrent miscarriages. Fertil Steril 2005, 84:331–335

Munne/ S, Lee A, Rosenwaks Z, Grifo J, Cohen J. Diagnosis of major chromosome aneuploidies in human preimplantation embryos. Hum Reprod 1993, 8:2185–2191

Munne S, Velilla E, Colls P, Garcia BM, Vemuri MC, Steuerwald N, Garrisi J, Cohen J Self-correction of chromosomally abnormal embryos in culture and implications for stem cell production. Fertil Steril 2005, 84:1328-1334

Ogilvie CM, Braude PR, Scriven PN Preimplantation genetic diagnosis–an overview. J Histochem Cytochem 2005, 53:255-260

Pembrey ME. In the light of preimplantation genetic diagnosis: some ethical issues in medical genetics revisited. Eur J Hum Genet 1998, 6:4-11

Renwick PJ, Trussler J, Ostad-Saffari E, Fassihi H, Black C, Braude P, Ogilvie CM, and Abbs S. Proof of principle and first cases using preimplantation genetic haplotyping-a paradigm shift for embryo diagnosis. Reprod Biomed Online 2006, 13: 110-119

Robertson JA. Extending preimplantation genetic diagnosis: the ethical debate. Ethical issues in new uses of preimplantation genetic diagnosis. Hum Reprod 2003, 18: 465-471.

Schoolcraft WB, Katz-Jaffe MG, Stevens J, Rawlins M, Munne S. Preimplantation aneuploidy testing for infertile patients of advanced maternal age: a randomized prospective trial. Fertil Steril 2009, 92:157-162

Sermon,K., A.Van Steirteghem, and I.Liebaers. Preimplantation genetic diagnosis. Lancet 2004, 363: 1633-1641

Shahine LK, Cedars MI. Preimplantation genetic diagnosis does not increase pregnancy rates in patients at risk for aneuploidy. Fertil Steril 2006, 85:51-56

Soini S, Ibarreta D, Anastasiadou V, Ayme S, Braga S, Cornel M, Coviello DA, Evers-Kiebooms G, Geraedts J, Gianaroli L, Harper J, Kosztolanyi G, Lundin K, Rodrigues-Cerezo E, Sermon K, Sequeiros J, Tranebjaerg L, and Kaariainen H. The interface between assisted reproductive technologies and genetics: technical, social, ethical and legal issues. Eur J Hum Genet 2006, 14: 588-645

Spits C, De Rycke M, Verpoest W, Lissens W, Van Steirteghem A, Liebaers I, and Sermon K. Preimplantation genetic diagnosis for Marfan syndrome. Fertil Steril 2006, 86: 310-320

Spits C and Sermon K. PGD for monogenic disorders: aspects of molecular biology. Prenat Diagn 2009, 29: 50-56

Stuerwald N, Wells D, Cohen J, Munne S. Comprehensive aneuploidy screening in single cells using microarray comparative genomic hybridization methods: implications for preimplantation genetic diagnosis. Fertil Steril 2007, 88:S86–S87

Swanson A, Strawn E, Lau E and Bick D. Preimplantation genetic diagnosis: technology and clinical applications. WMJ 2007, 106: 145-151

Thornhill AR, Die-Smulders CE, Geraedts JP, Harper JC, Harton GL, Lavery SΑ, Moutou C, Robinson MD, Schmutzler AG, Scriven PN, Sermon KD, Wilton L. ESHRE PGD Consortium ‘Best practice guidelines for clinical preimplantation genetic diagnosis (PGD) and preimplantation genetic screening (PGS)’. Hum Reprod 2005, 20:35-48.

Thornhill AR, McGrath JA, Eady RA, Braude PR and Handyside AH. A comparison of different lysis buffers to assess allele dropout from single cells for preimplantation genetic diagnosis. Prenat Diagn 2001, 21: 490-497

Towner, D and Loewy, RS Ethics of preimplantation diagnosis for a woman destined to develop early-onset Alzheimer disease. JAMA 2002, 283: 1038-1040.

Traeger-Synodinos J, Metaxotou-Mavromati A, Kanavakis E, Vrettou C, Papassotiriou I, Michael T, Kattamis C An alpha-thalassemic hemoglobinopathy: homozygosity for the HB Agrinio alpha 2-globin chain variant. Hemoglobin 1998, 22:209-215

Tzetis M, Efthymiadou A, Strofalis S, Psychou P, Dimakou A, Pouliou E, Doudounakis S, Kanavakis E CFTR gene mutations–including three novel nucleotide substitutions–and haplotype background in patients with asthma, disseminated bronchiectasis and chronic obstructive pulmonary disease. Hum Genet 2001, 108:216-221

Tzetis M, Kanavakis E, Antoniadi T, Doudounakis S, Adam G, Kattamis C Characterization of more than 85% of cystic fibrosis alleles in the Greek population, including five novel mutations. Hum Genet 1997, 99:121-125.

Van Steirteghem AC, Nagy Z, Joris H, Liu J, Staessen C, Smitz J, Wisanto A, Devroey P High fertilization and implantation rates after intracytoplasmic sperm injection. Hum Reprod 1993, 8:1061-1066

Veiga A, Caldero/n G, Santalo/ J, Barri PN, Egozcue J. Chromosome studies in oocytes and zygotes froman IVF programme. Hum Reprod 1987, 2:425–430

Voullaire L, Slater H, Williamson R, Wilton L. Chromosome analysis of blastomeres from human embryos by using comparative genomic hybridization. Hum Genet 2000, 106:210–217

Vrettou C, Palmer G, Kanavakis E, Tzetis M, Antoniadi T, Mastrominas M, Traeger-Synodinos J A widely applicable strategy for single cell genotyping of beta-thalassaemia mutations using DGGE analysis: application to preimplantation genetic diagnosis. Prenat Diagn 1999, 19:1209-1216

Vrettou C, Traeger-Synodinos J, Tzetis M, Malamis G, Kanavakis E. Rapid screening of multiple beta-globin gene mutations by real-time PCR on the LightCycler: application to carrier screening and prenatal diagnosis of thalassemia syndromes. Clin Chem 2003, 49:769-776.

Vrettou C, Tzetis M, Traeger-Synodinos J, Palmer G, Kanavakis E. Multiplex sequence variation detection throughout the CFTR gene appropriate for preimplantation genetic diagnosis in populations with heterogeneity of cystic fibrosis mutations. Mol Hum Reprod 2002, 8:880-886

Wells D and Delhanty JD. Comprehensive chromosomal analysis of human preimplantation embryos using whole genome amplification and single cell comparative genomic hybridization. Mol Hum Reprod 2000, 6: 1055-1062

Wells D, Alfarawati S and Fragouli E. Use of comprehensive chromosomal screening for embryo assessment: microarrays and CGH. Mol Hum Reprod 2008, 14: 703-710

Wilton L, Voullaire L, Sargeant P, Williamson R, McBain J. Preimplantation aneuploidy screening using comparative genomic hybridization or fluorescence in situ hybridization of embryos from patients with recurrent implantation failure. Fertil Steril 2003, 80:860–868